εξακοράλλια

εξακοράλλια
τα
ανθόζωα με έξι ή πολλαπλάσιες τού έξι κεραίες και διαφράγματα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < εξα- < ἕξ (πρβλ. εξάγραμμα) + κοράλλια, πληθ. τού κοράλλιο(ν)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • ανθόζωα — (anthozoa). Τάξη ασπόνδυλων που περιλαμβάνει τις θαλάσσιες ανεμώνες και τα κοράλλια. Τα α. είναι θαλάσσια ζώα που ζουν σε αποικίες ή, σπανιότερα, είναι μοναχικοί οργανισμοί. Στις αποικίες αυτές υπάρχουν πολλά άτομα, πάντα με τη μορφή των… …   Dictionary of Greek

  • αστροειδή — (astroides). Οικογένεια των εξακοραλλίων (κοιλεντεροζώων), των οποίων οι απολιθωμένες μορφές έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα για τη στρωματογραφία του μεσοζωικού αιώνα. Τα α. ζουν μοναχικά ή σε αποικίες. Μεταξύ των απολιθωμένων γενών μεγάλο… …   Dictionary of Greek

  • βαλανοφυλλία — (balanophyllia). Γένος ανθόζωων κοιλεντερωτών της οικογένειας των ευψαμιιδών. Είναι εξακοράλλια που ζουν στις θερμές και εύκρατες θάλασσες, και αρκετά συχνά στη Μεσόγειο. Σχηματίζουν αποικίες που έχουν σχήμα δέντρου. Το κυριότερο είδος είναι η β …   Dictionary of Greek

  • εξέλιξης, θεωρία της- — Θεωρία κατά την οποία όλα τα αντικείμενα του σύμπαντος έχουν υποστεί, με την πάροδο του χρόνου, μεταμορφώσεις σύμφωνα με μια φυσική διαδικασία εξέλιξης που τα οδήγησε βαθμιαία από μια αρχέγονη, ομοιογενή και αδιαφοροποίητη κατάσταση, σε… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”